ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΤΡΟΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΣΤΟΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ)
Της Πασχαλίνας Γιαννάκη
Υπάρχουν τόποι που ορίζονται από την απουσία τους· χώροι που την ημέρα σφύζουν από ζωή και τα βράδια μετατρέπονται σε φαντάσματα. Η Στοά Βατικιώτη της Θεσσαλονίκης το βράδυ, από λαϊκή αγορά, μετατρέπεται σε ετεροτοπία της παύσης — μια νησίδα ακίνητου χρόνου μέσα στη ροή της πόλης.
Στην είσοδο, το βλέμμα βυθίζεται σε έναν άδειο διάδρομο όπου τα κλειστά ρολά μοιάζουν με σφαλισμένα μάτια. Οι άνθρωποι λείπουν από το γυαλιστερό πλακόστρωτο που τώρα αντανακλά το κιτρινισμένο και θλιμμένο φως. Τα χρωματιστά λαμπιόνια δίνουν στην ερημιά μια παράξενη γιορτινή εικόνα. Είναι μια γιορτή για το τίποτα· μια σκηνογραφία δίχως ηθοποιούς, όπου τα άδεια τελάρα και οι πάγκοι στέκουν σαν απομεινάρια μιας επιτέλεσης που έληξε απότομα.
Νιώθω να περπατώ σε μια διπλή πραγματικότητα. Παρόλο που η νύχτα με κυκλώνει, η μνήμη ανακαλεί ένα σαββατιάτικο πρωινό· είναι ακόμα νωρίς και ο Βαρδάρης δεν φυσά τόσο έντονα μέσα στη στοά. Βλέπω τις νοικοκυρές να ξεχύνονται για τα ψώνια τους και ακούω τις φωνές των εμπόρων να διαλαλούν τα πιο νόστιμα, τα πιο φρέσκα, τα πιο ζουμερά φρούτα και λαχανικά. Σχεδόν διακρίνω το εξεταστικό βλέμμα των γυναικών που ζυγίζουν την ποιότητα των αγαθών πριν τα δεχτούν στην κουζίνα τους. Ο ήχος από τα καροτσάκια που σέρνονται στο πλακόστρωτο αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου, ανακατεμένος με συζητήσεις για τον καιρό, την ακρίβεια και τον καθημερινό μόχθο. Ένα πολύβουο μελίσσι, ένα συνεχές βουητό — η απόλυτη ένδειξη πως είμαστε ακόμα ζωντανοί.
Επανέρχομαι στη νυχτερινή πραγματικότητα. Οι πάγκοι αναπαύονται από τον κάματο της μέρας, στοιβαγμένοι στις γωνίες. Μια κραυγή πάνω στο μέταλλο και την πέτρα, το γκράφιτι στους τοίχους. Είναι η μόνη φωνή που ακούγεται. Προχωρώ σιωπηλά, μα παρόλο που είμαι μόνη, αισθάνομαι δίπλα μου την παρουσία ενός νέου ανθρώπου. Ακούω τον χαρακτηριστικό μεταλλικό ήχο της μπίλιας καθώς ανακινεί το σπρέι, λίγο πριν το χρώμα εκτοξευτεί στον τοίχο. Μια φωνή —ή καλύτερα μια κραυγή— για όλα όσα θέλει να αλλάξει· μια προτίμηση να «λερώσει» με την τέχνη του, παρά να παραδοθεί στη σιωπή.
Καταγράφω αυτή την παράξενη μελαγχολία της Στοάς: έναν χώρο που ανοίγει σαν αυλαία θεάτρου τα χαράματα για να υποδεχτεί τη ζωή και κλείνει ερμητικά τη νύχτα, αφήνοντας πίσω του μόνο την ηχώ των εμπορευμάτων και τη σιωπή των αντικειμένων.
Εδώ, ανάμεσα στις σκιές και τα χρωματιστά φώτα, η πόλη αναπνέει διαφορετικά, σε έναν χρόνο που δεν ανήκει σε κανέναν. Σαν ένα ετεροτοπικό μουσείο της καθημερινής βιοπάλης.
Η έρευνα εντάσσεται στην προετοιμασία της νέας μεταδραματικής δράσης του Εργαστηρίου Πολυτροπικών Δραστηριοτήτων “Deep Eyes” του Οργανισμού Φεστιβάλ Ολύμπου με τίτλο: «Perseus' Mirror |Ο καθρέφτης του Περσέα: Symposium on Michel Foucault's Heterotopias | Συμπόσιο για τις ετεροτοπίες του Michel Foucault» για το καλοκαίρι του 2026 στο πλαίσιο του 55ου ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΟΛΥΜΠΟΥ.









Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου